Ήρθε επιτέλους η πιο όμορφη, η πιο χρωματιστή, η πιο μοοσχοβολιστή εποχή του χρόνου, με τις ανθισμένες νεραντζιές να μας ξυπνούν την επιθυμία της επιστροφής στον γενέθλιο τόπο.
Αν και κάθε φορά όταν αρχίζει η διαδικασία απογείωσης του αεροπλάνου αισθάνομαι να με κυριεύει ένας ψιλοπανικός σαν κάτι να εμποδίζει την αναπνοή, τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο στην απόφαση μας για ένα ακόμη ταξίδι.
Η απρόοπτη συνάντηση με συμμαθητή από τα χρόνια της αθωότητας ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη που διέλυσε φόβους και ανασφάλειες. Από χρόνια στα ξένα, πεθύμησε την πατρίδα, τα ξένοιαστα χρόνια της νιότης του και άρχισε χωρίς σταματημό να ξετυλίγει τις αναμνήσεις του.
Δεν μου έκανε καρδιά να τον διακόψω και να τον επαναφέρω στο σήμερα. Έφυγε με το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης για να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο, με τις υποσχέσεις για μια σύντομη επιστροφή που ποτέ δεν κράτησε.
Οι προοπτικές επαγγελματικής καταξίωσης που πίστευε ότι θα έβρισκε, που η πατρίδα δεν μπορούσε να του προσφέρει, ήταν η αιτία του ξεριζωμού του. Όμως ήξερε πως αλλού δεν θα μπορούσε να γελάσει και να χαρεί.
Θυμόταν τα όμορφα καλοκαίρια με φίλους και γνωστούς, που απ’ όπου κι αν τους ξέβρασε η ζωή θεωρούσαν απαραίτητο να επιστρέψουν στο χωριό. Να γεμίσουν τις εκκλησιές τη Λαμπρή και το Δεκαπενταύγουστο και στη συνέχεια να τραγουδήσουν και να χορέψουν τα βράδυα στα πανηγύρια, στους ήχους της λύρας και του λαούτου.
Στον καφενέ να απολαμβάνει τη ρακή που του έκαιγε ευχάριστα τα σωθικά. Το μυαλό του στις στροφές, τις ανηφοριές, τα μονοπάτια, στο άρωμα του μεγάλου πλάτανου που χάραζε το όνομα του, στις μυρωδιές του χόρτου, του θυμαριού, της δάφνης, του σκίνου.
Ονειρικές αποδράσεις που γαλήνευαν το πνεύμα και την ψυχή. Τάμα και λαχτάρα η επιστροφή, να προσευχηθεί στην εκκλησιά της γειτονιάς του, να ανάψει κερί στη μνήμη των γονιών του.
Όλα τα χάρηκε στο σύντομο προσκύνημα στο πατρικό σπίτι. Λαχτάρησε να γευτεί τις γεύσεις του λαμπριάτικου τραπεζιού.
Όλοι ήταν εκεί. “Κύριε ο Θεός ευλόγησον!” Αρνί γεμιστό στο φούρνο, κόκκινα τα αυγά, πολλά τα συνοδευτικά. Αρχίστε λύρες και βιολιά, να ακούσει μαντινάδες με τη γνήσια ντοπιολαλιά κι εκεί να ξεδιπλώνεται η καρδιά για την αρρώστια της ξενιτιάς και τον καημό της νοσταλγίας και να ψάλλει ο ίδιος το “Χριστός Ανέστη”.
Τον συνοδεύσαμε στο κατευόδιο της επιστροφής. Κάτι σιγανό τον άκουσα να σιγοψυθυρίζει. “Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι, άφησε να πάρω κάτι και από σένα γαλανή πατρίδα πολυαγαπημένη”, σάλευαν τα λόγια του ποιητή στα χείλη του.
Κάτι κρατούσε σφιχτά στο χέρι. Ένα μικρό σβώλο από χώμα από την αγαπημένη γη. Χώμα ελληνικό.
Αννα Σακελλαριδη



