Τι περίεργες που είναι καμιά φορά οι αναμνήσεις! Έρχονται ανεμπόδιστες εκεί που δεν τις περιμένεις για να σεργιανίσουν στα σοκάκια του μυαλού.

Η ιστορία της Ρηνιώς και η εικόνα της βρέθηκαν ξαφνικά απρόσκλητες να φαίνονται στα μάτια μου.

Η Ρηνιώ ήταν το στερνοπαίδι μιας πολυμελούς οικογένειας.

Δύσκολος και βαρύς εκείνος κατοχικός χειμώνας.

Δούλευαν όλοι όσο μπορούσαν για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες.

Στα χωράφια ο πατέρας, στα βοσκοτόπια η μητέρα, στα δάση και στα πεύκα τα αδέρφια, στρατευμένοι από τους κατακτητές να μαζεύουν το ρετσίνι στα τενεκεδένια κουτιά που κρατούσαν στα πληγωμένα τους δάκτυλα.

Η Ρηνιώ μικρή και ανέμελη τριγυρνούσε στη γειτονιά της και στοίβιαζε μέσα της εικόνες και παραστάσεις για όσα έβλεπε και άκουγε, χωρίς να της πολυδίνουν σημασία.

Της άρεσε πολύ να παρακολουθεί τους περίεργους εκείνους αξιωματικούς που μπαινόβγαιναν στο σπίτι του “ποντεστά”.

Θαύμαζε τα γαλόνια τους και τα γυαλιστερά κουμπιά στις στολές τους.

Έβλεπε τις περιποιήσεις στους επισκέπτες του, άκουγε τις κρυφές κουβέντες για τη δράση του δημάρχου, τις οποίες εκείνος μετέφερε με τη σειρά του στον στενό οικογενειακό του φίλο Χριστόφορο Σακελλαρίδη, που τις διαβίβαζε στο αντιστασιακό κλιμάκιο και έτσι έφταναν στον Χριστόφορο Λυτό.

Ο Λυτός κρυβόταν στα μυστικά περάσματα της Λάστου, κοντά στο Μεσοχώρι όπου τον βοηθούσαν οι ηρωικοί Μεσοχωρίτες.

Τα γέλια και οι μουσικές κράτησαν έως αργά τη Ρηνιώ και το χειμωνιάτικο σκοτάδι την πρόφτασε.

Ετοιμάστηκε να φύγει, όταν ξαφνικά μια πανύψηλη σκιά ξετρύπωσε από μια σκοτεινή γωνιά.

Παράλυτη από το φόβο της στάθηκε ακίνητη και η σκιά την πλησίασε και έκλεισε με το χέρι της το στόμα του κοριτσιού.

Σπαρτάρησε εκείνη προσπαθώντας να ξεφύγει, όταν μια ψιθυριστή φωνή την καθησύχασε.

“Μη φοβάσαι, είμαι ο Χριστόφορος Λυτός” και έβαλε στο χέρι της ένα νόμισμα.

“Μη φωνάξεις και μην πεις σε κανέναν ότι με είδες” της είπε ο μεταμφιεσμένος Λυτός που κρυμμένος παρακολουθούσε τους Γερμανούς.

Με τα πόδια ως τους ώμους της κατρακύλησε στις βρεγμένες πέτρες η Ρηνιώ, χωρίς να προσέξει το νόμισμα που της έπεσε και που ποτέ δεν έμαθε τι ακριβώς ήταν.

Τιμή και δόξα στους επώνυμους και ανώνυμους ηρωικούς πρωταγωνιστές, που αψήφησαν τους κινδύνους και πολλοί γνώρισαν τη φρίκη στα φοβερά κολαστήρια των Ναζί για να απολαμβάνουμε εμείς σήμερα τα αγαθά της ελευθερίας.

Ζήτω η ελεύθερη Κάρπαθος!