Σε επιστολή του προς τον Βυζαντινό διπλωμάτη Nικόλαο Σιγηρό, που του είχε δωρίσει ένα ελληνικό χειρόγραφο του Ομήρου, ο Πετράρχης, το 1353, ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια τους γλωσσικούς του «περιορισμούς»: «Ο Όμηρός σου είναι για μένα βουβός· ή μάλλον, εγώ είμαι απέναντί του κωφός» (Homerus tuusapud me mutus, imo vero ego apud illum surdus sum).

Νικήτας Κακλαμάνης, Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων

Ο «σιωπηλός Όμηρος» του Πετράρχη αποκαλύπτει εύγλωττα τον διακαή πόθο των Δυτικών να προσπελάσουν τα αρχαιοελληνικά κείμενα και να εμβαθύνουν στο περιεχόμενό τους.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, ο πόθος αυτός πραγματώνεται, μέσα από την κοσμογονική πνευματική σύμπραξη Βυζαντινών λογίων και Ιταλών ουμανιστών.

Η έκθεση «Άλφα Βήτα. Τα ελληνικά γράμματα στη Δύση: Βυζάντιο, Ιταλία, Ευρώπη» αφηγείται αυτό το πνευματικό και πολιτισμικό ταξίδι της ελληνικής γλώσσας από την Ανατολή προς τη Δύση και τη σταδιακή ανάδειξή της σε θεμέλιο της νεότερης ευρωπαϊκής παιδείας.

Από το Βυζάντιο προς την Ιταλία της Αναγέννησης και από εκεί προς ολόκληρη την Ευρώπη, τα ελληνικά υπήρξαν το κλειδί για την επανεπίσκεψη στις πηγές της γνώσης: στον Όμηρο και τον Πλάτωνα, στους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και στη συγκρότηση της νεότερης φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης.

Εξέχουσα θέση σε αυτή τη διαδρομή κατέχει η Ιταλία, όπου, ήδη το 1397, ο Μανουήλ Χρυσολωράς αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά στην πρώτη έδρα ελληνικής φιλολογίας στο Studio της Φλωρεντίας.

To πρόγραμμα των ουμανιστικών σχολών άρχισε να διαμορφώνεται από τον Guarino da Verona, μαθητή του Χρυσολωρά, στη Βενετία το 1414.

Κομβικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραμάτισε ασφαλώς η εφεύρεση και διάδοση της τυπογραφίας.

Στη Βενετία, το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου κατέστησε τα ελληνικά βιβλία προσιτά σε ένα ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Για πρώτη φορά, τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και τα εργαλεία εκμάθησης της γλώσσας -γραμματικές, λεξικά, ανθολόγια – απέκτησαν μαζική διάδοση, θεμελιώνοντας τις ανθρωπιστικές σπουδές.

Koρυφαίες στιγμές υπήρξαν η μνημειώδης έκδοση των Απάντων του Αριστοτέλη (1495-1498) και οι Κωμωδίες του Αριστοφάνους, που τυπώθηκαν για πρώτη φορά το 1498 με επιμελητή τον Μάρκο Μουσούρο.

Η Έκθεση Άλφα Βήτα δεν περιορίζεται στη λόγια παράδοση.

Αναδεικνύει και τη ζωντανή ελληνική γλώσσα της εποχής: την καθομιλουμένη των εμπόρων, των ναυτικών, των διπλωματών και των περιηγητών· μια γλώσσα που καταγράφεται σε πολύγλωσσα λεξικά και εγχειρίδια, αποδεικνύοντας τη συνέχεια, την προσαρμοστικότητα και τη ζωτικότητά της μέσα στους αιώνες.

Η ελληνική δεν ήταν μόνο γλώσσα των βιβλιοθηκών και των λογίων, αλλά και γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας στη Μεσόγειο.

Η Βουλή των Ελλήνων, μέσα από τη Βιβλιοθήκη και τις πολιτιστικές της δράσεις, έχει χρέος να αναδεικνύει αυτή την κληρονομιά όχι ως παρελθόν, αλλά ως ζωντανό στοιχείο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτισμικής ταυτότητας – άλλωστε, ακόμη και σήμερα, η Ελληνική παραμένει βασική πηγή νεολογισμών στον χώρο της επιστήμης, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική παραγωγικότητα της γλώσσας μας.

Σε αυτό το πνεύμα, η σημερινή Έκθεση αποτελεί καρπό διεθνούς συνεργασίας και πολιτιστικού διαλόγου μεταξύ σπουδαίων ελληνικών και ιταλικών πολιτιστικών φορέων – ενός διαλόγου που η Ελλάδα και η Ιταλία υπηρετούν δημιουργικά επί αιώνες.

Η επιλογή να εγκαινιάσουμε σήμερα την Έκθεση ασφαλώς δεν είναι τυχαία: σηματοδοτεί την καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, με απόφαση της 43ης Γενικής Διάσκεψης της UNESCO, τον Νοέμβριο του 2025 στη Σαμαρκάνδη.

Πρόκειται για μια διεθνή αναγνώριση που επιβεβαιώνει ότι η ελληνική δεν είναι απλώς η γλώσσα ενός έθνους, αλλά μια γλώσσα παγκόσμιας ακτινοβολίας, φορέας ιδεών, επιστημών και ανθρωπιστικών αξιών που διαμόρφωσαν την Ευρώπη.

Η Βουλή τιμά την Παγκόσμια Ημέρα με δύο εκδηλώσεις με διακριτή ταυτότητα, αλλά κοινή στόχευση: το πρωί βραβεύθηκαν ο Πρόεδρος και τα Μέλη του Δ.Σ. της Αρχιμηδείου Ακαδημίας στο Μαϊάμι της Φλόριντα, για τη σπουδαία συμβολή τους στη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής στις Η.Π.Α. – η Ελληνική, επομένως, ως δεύτερη ή ξένη γλώσσα και ως γλώσσα πολιτιστικής κληρονομιάς. Τώρα εγκαινιάζουμε μια έκθεση αφιερωμένη στην αρχαία ελληνική ως γλώσσα διαχρονική και οικουμενική.

Θα επαναλάβω τις ευχαριστίες προς όλα τα μέλη της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στη Σαμαρκάνδη, με επικεφαλής την Υπουργό Πολιτισμού, κυρία Λίνα Μενδώνη, και δη προς τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην UNESCO, τον κύριο Γιώργο Κουμουτσάκο, ο οποίος επί σειρά ετών υπηρέτησε με συνέπεια αυτόν τον εθνικό στόχο.

Όμως, η διεθνής αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας από την UNESCO δημιουργεί, πέρα από εθνική ανάταση, και συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την ελληνική Πολιτεία.

Η γλωσσική μας κληρονομιά δεν αρκεί να τιμάται επετειακά.

Απαιτεί συστηματική εκπαιδευτική μέριμνα, πολιτισμική στρατηγική και θεσμική ενίσχυση, και δη σε ό,τι αφορά το διεθνές περιβάλλον: η δημιουργία και η υποστήριξη των εδρών ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό, η ενίσχυση των προγραμμάτων ελληνομάθειας για τη διασπορά και η ψηφιακή τεκμηρίωση της γλωσσικής κληρονομιάς, συνιστούν βασικούς άξονες μιας εθνικής γλωσσικής πολιτικής με διεθνή προσανατολισμό.

Η Ιταλία κατέχει την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά την ελληνομάθεια, καθώς ήδη από τα πρώτα βήματα του ενιαίου ιταλικού κράτους, το 1859, η αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία διδάσκεται συστηματικά στα πάνω από 700 κλασικά λύκεια (liceiclassici) της χώρας, ως παρακαταθήκη της ιστορικής έμφασης στην κλασική παιδεία που ξεκίνησε από την Αναγέννηση και συνεχίζεται ως σήμερα – και αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα.

Οι έδρες Νεοελληνικών Σπουδών στην Ιταλία, το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, καθώς και η παρουσία ιστορικών ελληνικών κοινοτήτων στη Νότια Ιταλία διατήρησαν ζωντανή την πνευματική σχέση των δύο χωρών και ευνόησαν, εκτός της αρχαίας γραμματείας, τη μελέτη της βυζαντινής και της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, της ιστορίας και του πολιτισμού, αποτελώντας πρότυπο διαγλωσσικής και διαπολιτισμικής συνέργειας.

Με αυτές τις σκέψεις, συγχαίρω όλα τα στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διοίκησης, Βιβλιοθήκης & Εκδόσεων της Βουλής των Ελλήνων, που συνεισέφεραν στη διοργάνωση της Έκθεσης και σας καλώ να περιηγηθείτε σε αυτήν, ανακαλύπτοντας την πορεία των ελληνικών γραμμάτων όχι μόνο ως ιστορία του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανή υπόσχεση για το μέλλον: για μια Ευρώπη που εμπνεόταν -και συνεχίζει να εμπνέεται- από τις ανθρωπιστικές αξίες και ζει σύμφωνα με αυτές».

Εγκαινιάζοντας σήμερα στο Περιστύλιο του Μεγάρου της Βουλής, την Έκθεση με τίτλο «Άλφα Βήτα Τα Ελληνικά Γράμματα στη Δύση: Βυζάντιο – Ιταλία – Ευρώπη, Graeca sunt, tamen leguntur».

Η Έκθεση, που πραγματοποιείται με επίκεντρο την καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, όπως αυτή ορίστηκε με απόφαση της 43ης Γενικής Διάσκεψης της UNESCO, υποστηρίζεται από την Πρεσβεία της Ιταλίας και το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στην Αθήνα.