Ήταν μια από εκείνες τις ξεχασμένες καθημερινές που οι σκέψεις κλυδωνίζουν τον νου, να βρουν τον τρόπο να τρυπώσουν.

Βρίσκεσαι να κρατάς ένα μάτσο κιτρινισμένα χαρτιά στα χέρια με ονόματα παιδιών μιας σχολικής τάξης κάμποσα χρόνια πίσω.

Είναι τα απομεινάρια μιας ζωής, ένα ξεχασμένο αρχείο της αλησμόνητης Μαρίτσας Καπετανάκη, της δικής μας Μαρίτσας δασκάλας.

Με απίστευτες λεπτομέρειες και ανάλογα πιθανόν με τα κέφια και τις προτιμήσεις της, σχολίαζε κάθε μαθητή και μαθήτρια της. Επαινούσε, αλλά έσερνε και τα μύρια όσα σε όλους όσοι την δυσκόλευαν στην καθημερινότητα της.

Ρίζα μιας γνωστής οικογένειας, ένας φωτεινός αστερισμός πραότητας και καλοσύνης ήταν η Μαρίτσα. Αναγκαστικό προσκύνημα την έφερε μια μέρα στη γη των προγόνων της, όπου και έμεινε για πάντα διορισμένη διδασκάλισσα. Το πείσμα της για τη ζωή τη βοήθησε να προσαρμοστεί στη ρουτίνα και στις συνήθειες μιας μικρής νησιωτικής κοινωνίας.

Γνώρισε τη μονοξιά χωρίς τη ζεστασιά της οικογένειας, χωρίς αγάπη και χωρίς να πλανευτεί με αυτό που λέγεται ζωή. Με αισθήματα που δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει, έμεινε ως το τέλος της ζωής της μια αθεράπευτα ονειροπόλος.

Βαθιά θρησκευόμενη δίδασκε την αγάπη και την πραότητα και συγχρόνως μας ετοίμαζε τις απίστευτες μελωμένες τηγανίτες που η γλυκιά τους θύμηση σε κάνει ακόμα και σήμερα να τσακίζεις τα σιροπιαστά.

Ακάλεστες αναμνήσεις με οδήγησαν πίσω σε μια σχολική αίθουσα με ασπρόμαυρα πλακάκια, μικρά άβολα θρανία και τον μαυροπίνακα στηριγμένο σε ξύλινο σκελετό.

Αγόρια με κοντοκουρεμένα μαλλιά και κοντά παντελονάκια, κορίτσια με μπλε ποδιές και άσπρα πικεδένια γιακαδάκια, με το απαραίτητο κεντημένο σήμα του σχολείου μας (Σ. Α.).

Η Μαρίτσα να στερεώνει τον χαλαρωμένο της κότσο και με τον χάρακα στα χέρια να προσπαθεί να τιθασεύσει τα μικρά της θηρία.

Υπήρχαν στιγμές που αναζητούσε απεγνωσμένα το χαμένο παρελθόν της, άνοιγε τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρα της μνήμης της και εκεί ήταν όλα τα ανακατώματα, των αναμνήσεων της χαράς και της θλίψης.

Άρχιζε τότε να σεργιανίζει και να μονολογεί ασταμάτητα χωρίς να την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η παρουσία μας, μα σε κάποιες στιγμές αναλαμπής ο χάρακας ξαφνικά έπεφτε σε κάποιο απρόσεκτο κεφάλι.

Χώρισαν κάποτε οι δρόμοι μας γιατί τίποτε δεν είναι μόνιμο και συνεχές. Τι και αν έφυγες, αν ταξίδεψες, αν γνώρισες άλλους κόσμους. Η πατρίδα, το χωριό, οι αναμνήσεις σου, ήταν εκεί σαν ένα αγκάθι που σε πλήγωνε και σε πονούσε. Όνειρο και αποθυμιά η επιστροφή στην αφετηρία σου.

Τάμα να συναντηθείς με κείνη που σε γνώρισε μικρό κοριτσάκι, σε χάιδεψε, σου αγρίεψε και σε ντρόπιασε. “Αμελέτητη μου ήρθες σήμερα;” κι εσύ να την ακούς με το κεφάλι σκυμμένο γεμάτο ενοχές.

Ακόμα και σήμερα όμως στα θολά μάτια της δασκάλας σου έμεινες το μικρό κοριτσάκι του τότε.

Ευλογία και χαρά, να σε σφίξει στη γηρασμένη αγκαλιά της και να ακουμπήσει στα δικά σου χέρια το ουρανί ατλάζι, κεντημένο από την ίδια με ωραία κλάρα ανθισμένης αμυγδαλιάς με τρεις μικρές λεξούλες: “Τα πάντα ρει”.

“Για να με θυμάσαι και να με μνημονεύεις” ψιθύρισε.

Ο χρόνος που κυλάει φέρνει μαζί του και τη λησμονιά όπως λένε.

Συνδυάζοντας γεγονότα και ιστορίες παλαιότερων εποχών ελπίζουμε πως ίσως μπορούμε να σώσουμε από τη λήθη ότι ακόμη είναι μπορετό.

Απόψε στα σύνορα της νύχτας αφιερώνω τη σκέψη μου στην πρώτη μου δασκάλα, εκείνη που με πότισε με τις αξίες που μου έχουν χρησιμεύσει για να πορεύομαι στον κόσμο.

Την ευγνωμονώ βαθιά που άναψε το φως μέσα μου.

Άννα Σακελλαρίδη