Πρωινή πρωινή και πιστή στην παράδοση της οικογένειάς μου, στόλισα σήμερα στον κεντρικό μεγάλο στύλο του Καρπάθικου σπιτιού το φρεσκοκομμένο ρόδι και το φουντωτό ρουμπινί σταθόρι, όπως ακριβώς έκανε η μητέρα μου σε καιρούς αλλοτινούς.
Εκείνη τη στιγμή σαν να ένιωσα μία δροσερή πνοή και ένα χέρι απαλό να μου δείχνει το σωστό τρόπο δεσίματος της κορδέλας στο σκληρό κοτσανάκι του ροδιού και την παρουσία μιας λιανής κορμοστασιάς στην εξώπορτα, με το μαντήλι και το χρυσό νόμισμα στο χέρι ανυπόμονη να περιμένει το κορίτσι που θα μας έκανε το ποδαρικό εκείνη την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη.
Ήταν πολύ προληπτική η μητέρα μου.
Το ποδαρικό της αρχιχρονιάς ήταν σημαντικό και το νερό που θα ράντιζε τις τέσσερις γωνιές θα έφερνε στο σπίτι όλα τα καλά, όπως εκείνη η πίστευε.
Αρχή της Ινδίκτου, εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, μια νέα εποχή όπου η εκκλησία υποδέχεται το νέο χρόνο προσευχόμενη για την ειρήνη, την ευλογία, και την αγάπη.
Ο Σεπτέμβρης φέρνει τον σταυρό και τα σταυρολούλουδα, το παχύ άρωμα των ώριμων φρούτων, τις περίεργες εναλλαγές του καιρού με τα αραιά σύννεφα.
Αλλά πάνω από όλα πλανάται παντού η αίσθηση ενός συλλογισμένου φθινοπώρου. “Καλή σου μέρα και καλή αρχιχρονιά!” ήταν η φωνη που έκανε τη μητέρα μου να στραφεί ξαφνιασμένη.
Με ένα καλαμένιο καλάθι περασμένο στο χέρι και με το σκυλάκι της βρέθηκε μπροστά της η Βαγγελιώ, μια απλή, αγνή συντοπίτισσα.
“Μιας και βρέθηκα στη γειτονιά, πέρασα να σε καλημερίσω και να σου ευχηθώ για την ημέρα!” είπε η Βαγγελιώ. “Να δω και το καρπάθικο σου που ακούω πως το ομορφοστολίζεις!”
Αμήχανη η Σοφία την καλημέρισε, διστάζοντας όμως να ανοίξει την πόρτα.
Γύρισα και την κοίταξα και της έσφιξα το χέρι, εκείνη κατάλαβε… Έκανε τον σταυρό της, ψιθυρίζοντας “Ευλογημένος ο καρπός ο απαρατήρητος” και άνοιξε διάπλατα την εξώπορτα.
Πρώτος βιαστικός ο σκύλος τρύπωσε μέσα χαρούμενος, με τη Βαγγελιώ να ακολουθεί με το σκεπασμένο καλαθάκι της.
Άφηνε εκείνη επιφωνήματα θαυμασμού, κοιτάζοντας τα μεταξωτά κεντήματα, τα κολλαριστά χασιδένια τραπεζομάντηλα και τα στολίδια, το μεγαλόπρεπο εικονοστάσι με τα σοβαρά πρόσωπα των αγίων ακίνητα στη σιωπή και το μυστήριό τους.
Δύο κεντημένες σημαίες σταυρωτά στη στυλομαντήλα, μια ελληνική και μια ιταλική, με τα αρχικά της οικοδέσποινας και με μια παλιά ημερομηνία (1909) τράβηξαν την προσοχή της.
Θέλοντας να δει καλύτερα παραπάτησε, έπεσε πάνω στο μονοπόδαρο τραπεζάκι με το αναμμένο καντήλι και τα κολλαριστά τραπεζομάντηλα γέμισαν λάδια, νερά κι σπασμένα γυαλιά.
Έφυγε από τα χέρια της Βαγγελιώς το καλάθι και σπασμένα αυγά και σταφύλια γέμισαν το πάτωμα.
“Όξω βρε!” προσπάθησε να πει στον σκύλο της που άρχισε να γλείφει με απόλαυση τα αυγά και τις γλυκές ρόγες των σταφυλιών.
Το ξαφνικό γέλιο της μητέρας μου την έκανε να την κοιτάξει με απορία και ξέσπασε και εκείνη σε ασταμάτητα υστερικά γέλια.
Προσπαθώ να μην αφήσω το σουβλερό πόνο των αναμνήσεων να με αγγίξει!
Μάζεψα με πικρή ευχαρίστηση μία μία όλες μου τις θύμησες και τις θησαύρισα μέσα μου σαν ακριβό εύρημα.
Η ζωή γοργά κυλά και οι νεότερες γενιές εύχομαι και ελπίζω να συνεχίσουν και να διατηρήσουν τα ωραία ήθη και έθιμα της αγαπημένης μας μοναδικής Καρπάθου.
Ίσως οι ηρωίδες της ιστορίας μου να σεργιανίζουν σήμερα μέσα στα αιώνια, άυλα, ομιχλώδη ουράνια περιβόλια, με τα ρόδια της παράδοσης στα χέρια σαν τους παλιούς καιρούς όπως εκείνες γνώριζαν.
