Φόρο τιμής και σεβασμού της μητρικής αγάπης,
γράφω για την κηδεία σου λόγια πίκρα να τά ‘χεις.
Δύσκολο είναι να βρεθούν λέξεις και να ταιριάζουν,
μέσα στο λεξιλόγιο μητέρα να σου μοιάζουν.
Μητέρα λέξη ιερή γλυκιά, σαν αρμονία,
μες στη ψυχή μου κάθεσαι σε θρόνο με αξία.
Ελυγισες βελανιδιά και του σπιτιού κολόνα,
όπου στεκόσουν κι ηκμαζες σε όλα σου τα χρόνια.
Πρόσχαρη εντιμότατη Πάντα καθοδηγούσες,
με συμβουλές επάνω μας και τις επιτηρούσες.
Έξυπνο είχες το μυαλό και καθαρό το πνεύμα,
κι όπου πήγαινες ζωή, έδινες μ’ ένα βλέμμα.
Το δύσκολο το έκανες εύκολο στη ζωή σου,
και δε μπορώ να τη δεχτώ την αναχώρησή σου.
Ήσουνα η πυξίδα μου, σύμβουλος της ζωής μου,
ομόρφαινες και γλύκαινες τα χρόνια της ψυχής μου.
Στη λύπη μου και στη χαρά ήσουνα στο πλευρό μου,
και προσπαθούσες το σωστό και πάντα το καλό μου.
Μες στης καρδιάς τον πίνακα σ έχω ζωγραφισμένη,
και με κορνίζα ολόχρυση μάνα μου στολισμένη.
Εργατική και τίμια γεμάτη καλοσύνη,
όλα με μιάς χαθήκανε σαν το κερί που σβήνει.
Ήσουνα γνήσια μορφή με χαρές που αξίζουν,
φιλότιμη και έμπιστη που σήμερα σπανίζουν.
Το βλέμμα το τσακίρικο πού ’χε το πρόσωπο σου,
Θα ‘ναι σαν φάρος πάντοτε στη σκέψη των παιδιών σου.
Την σούστα όταν χόρευαν τα πόδια τα δικά σου,
το όμορφο μητέρα μου το κοντοκαϊσμα σου.
Το κάβο τον ομόρφαινες στο πέργυρο μαμά μου,
σαν σ’ έβλεπα στον ουρανό πετούσα απ’ τη χαρά μου.
Φεύγεις υπερήφανα μέσα απ το χωριό σου,
τα σπίτια σου τα γονικά και το νοικοκυριό σου.
Κι από τα δώδεκα χωριά είχες φιλοξενία,
και του Ματσάγκου γνώριζε ο κόσμος τη Στασία.
Άνθρωπος δεν επέρασε από τα γονικά σου,
που να μη φάει και να πιεί στα σπίτια τα δικά σου.
Εμείς για σένα κάναμε πολλών λογιών θυσίες,
ταξίδια δεν μας φόβισαν ούτε και τρικυμίες.
Ήσουνα υπερήφανη ζούσες ευτυχισμένη,
γιατί φαμίλια άριστη σ’ είχε αγκαλιασμένη.
Ο θάνατος σου σήμερα με τρύπησε σαν σφαίρα,
που φεύγεις μέρα των Φωτών αγαπητή μητέρα.
Που πας Στασία του Κωστή απόψε με βιασύνη;
απ το Λιάι έφυγε στον Άδη για να μείνει.
Που να κοιτάξω να σταθώ να μη σ αναζητήσω,
και τι να πρωτοθυμηθώ όπου και να πατήσω.
Πρωσοπικότητα για μάς ήταν το άτομο σου,
αλλά σκληρό για όλους μας ήτανε το γραφτό σου.
Υπερηφάνεια και τιμή, για μας το όνομά σου,
και στα ψηλά θα το κρατούν εγγόνια και παιδιά σου.
Τη μνήμη σου θα την τιμώ εσένα θα σε κλαίω,
και τ όνομά σου πάντοτε με πόνο θα το λέω.
Μας έθρεψες, κοπίασες για να μας μεγαλώσεις,
τις βάσεις και τα θεμέλια σωστά να μας τα δώσεις.
Εμείς χρυσά τα κάναμε τα χρόνια τα δικά σου,
και η Μαρία πιο πολύ που ήτανε κοντά σου.
Τον Αθανάση πλήγωσες, νύφη, κόρες κι εγγόνια,
που σ’ έβλεπαν ακούραστα μάνα μου τόσα χρόνια.
Ν ανοίξει η πύλη εύχομαι μαμά του Παραδείσου,
στ’ αρώματα και στις δροσιές να κάτσει η ψυχή σου.
Να φθάσουνε οι μυρωδιές των δέντρων μας κοντά σου,
και να δροσίζουν μάνα μας την πλάκα την δικιά σου.
Να΄ρθει ο μπονέντης του Πινιού από τα γονικά σου,
να γίνεται δροσοσταλιά στη νέα κατοικιά σου.
Να ‘ρθεί ο Βορράς με τον Νοτιά στο μνήμα να σφυρίζουν,
πως τα παιδιά σου πονεσαν μάνα να σου θυμίζουν.
Εις τον μπαμπά χαιρετισμούς απ όλους μας να δώσεις,
στους θείου μας όταν θα ‘ρθούν και θα τους ανταμώσεις.
Την θύμηση μας πάρε τη στη νέα κατοικία,
κι αγάπη απ’ τον Θανάση σου, Ρηνούλα και Μαρία.
