001

Οδυνηρό και δύσκολο το να μοιρολογήσεις,
τη μάνα σου τη λατρευτή, με πόνο να θρηνήσεις.

Όμως, ο νους παρακινεί κι η λογική προστάζει
να βγουν τα λόγια απ’ την καρδιά, που από καιρό σπαράζει.

Δυόμισι μήνες ήσουνα μες στα νοσοκομεία˙
πολύ ταλαιπωρήθηκες μέσα στα χειρουργεία.

Όμως, όλα τα άντεξες και γύρισες κοντά μας,
μέχρι που η ψυχούλα σου πέταξε μακριά μας.

Σαράντα μέρες πέρασαν που δε σ’ έχω κοντά μου,
μέρα και νύχτα σε ζητώ, μα εσύ ’σαι μακριά μου.

Λείπεις από το σπίτι μου κι απ’ το δωμάτιό σου,
πού ’ταν στα τελευταία σου το καταφύγιό σου.

Λείπεις απ’ το Νεκτάριο, το Γιάννη το γαμπρό σου,
που σ’ είχε σαν τη μάνα του, σα να ’ταν γιος δικός σου.

«Γιάννη, κοντά μου, έλα ’δω»˙ τον ήθελες κοντά σου
να σου κρατά το χέρι σου στο ψυχορράγισμά σου.

«Παιδιά μου φεύγω» έλεγαν τα μάτια σου με δάκρυ,
γιατί η φωνή δεν έβγαινε απ’ των χειλιών την άκρη.

Έσβησες ήρεμα, ήσυχα μέσα στην αγκαλιά μας
ως το ’θελες κι είναι κι αυτό μικρή παρηγοριά μας.

Μανούλα, θα σε σκέφτομαι, πιστά θα σε φροντίζω˙
θ’ ανάβω το καντήλι σου και θα σε λιβανίζω.

Γιατί από πριν μου ζήτησες κοντά μου να σε θάψω,
για να μπορώ σαν κόρη σου τα δέοντα να πράξω.

Να πεις εις τον πατέρα μου πως πάντα τον θυμούμαι˙
να σε φροντίζει στο εξής, να μη στεναχωρούμαι.

Πάντα θα ’στε στη σκέψη μου και προσευχή θα κάνω
να ’ναι η Πλαγιά προστάτης σας, στους ουρανούς επάνω

Η κόρη σου

Ειρήνη Σκεπετζή